διακρίνουσι

διακρί̱νουσι , διακρίνω
separate one from another
aor subj act 3rd pl (epic)
διακρί̱νουσι , διακρίνω
separate one from another
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
διακρί̱νουσι , διακρίνω
separate one from another
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακρινοῦσι — διακρῐνοῦσι , διακρίνω separate one from another aor subj pass 3rd pl (epic) διακρῐνοῦσι , διακρίνω separate one from another fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) διακρῐνοῦσι , διακρίνω separate one from another fut ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποντικός — Κοινό όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται τα Τρωκτικά, που ανήκουν στην υποοικογένεια των μυϊνών, της μεγάλης οικογένειας των Μυϊδών. Μια τυπική μορφή των απλοδόντων αυτών είναι ο γνωστός κατοικίδιος ποντικός (mus musculus), που έχει μήκος 16 18 εκ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.